Αφηρημένη αναγνώριση χρέους [article]

Ελένη Γεωργιάδου, Democritus University Of Thrace, Democritus University Of Thrace
2015
Αφηρημένη Αναγνώριση Χρέους 1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος .................................................................................. σελ. 2 Μέρος πρώτο: Εννοιολογικά χαρακτηριστικά και διάκριση από αιτιώδη αναγνώριση χρέους.................................................................. σελ. 5 -24 Κεφάλαιο πρώτο: Η αιτία στο αστικό δίκαιο....................................... σελ. 5 Κεφάλαιο δεύτερο: Εννοιολογικά στοιχεία της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους
more » ... ................................................... σελ. 9 Κεφάλαιο τρίτο: Αιτιώδης αναγνώριση χρέους-διάκριση των δύο θεσμών σελ. 19 Μέρος δεύτερο: Περιεχόμενο και αποτελέσματα της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους................................................................................ σελ. 24 -34 Κεφάλαιο πρώτο: Ο ερμηνευτικό κανόνας του εδαφίου β' του άρθρου 873 ΑΚ σελ. 24 Κεφάλαιο δεύτερο: Αποτελέσματα της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους σελ. 26 Κεφάλαιο τρίτο: Η βασική αιτία..................................................... σελ. 30 Μέρος τρίτο: Ειδικότερα ζητήματα........................................... σελ. 35 -48 Κεφάλαιο πρώτο: Μετατροπή άκυρης συναλλαγματικής σε αφηρημένη αναγνώριση χρέους...................................................................... σελ. 35 Κεφάλαιο δεύτερο: Δικονομικά ζητήματα......................................... σελ. 38 Κεφάλαιο τρίτο: Νομολογιακή εφαρμογή.......................................... σελ. 42 Επίλογος................................................................................... σελ. 49 Βιβλιογραφία.............................................................................. σελ. 51 Αφηρημένη Αναγνώριση Χρέους 2 Πρόλογος Η σύμβαση αποτελεί το κύριο μέσο ικανοποίησης των αναγκών των μελών ορισμένης κοινωνίας μέσω της λειτουργίας της αγοράς. Νοείται, όμως, σύμβαση η οποία να στηρίζει τη δεσμευτικότητά της αποκλειστικά και μόνο στο αφηρημένο μοντέλο της υπόσχεσης χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση; Χωρίς καμία αναφορά στο τι «γέννησε» την υποχρέωση αυτή; Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), η οποία παρέχει ελευθερία συνάψεως ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικές γι τους συμβαλλομένους, αρκεί να μην προσκρούει το περιεχόμενό τους σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη 1 θα έδινε μια γρήγορη καταφατική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Πράγματι, το αν η ενοχή την οποία παράγει μια σύμβαση θα είναι αιτιώδης ή αναιτιώδης ανήκει στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, η οποία και «αποτυπώνεται» στο περιεχόμενο της σύμβασης. Η αναιτιώδης σύμβαση είναι ήδη γνωστή στο ρωμαϊκό δίκαιο με τη μορφή της stipulatio 2 , όσο και στο αρχαίο ελληνικό δίκαιο. Στο τελευταίο ειδικότερα, την εμφάνισή της ευνόησε ο «δεσπόζων τύπος της εγγράφου καταρτίσεως των συμβάσεων». Ο τύπος αυτός επέτρεψε την αφαίρεση της αιτίας κατά την έγγραφη διατύπωση της σύμβασης και έτσι καθιερώθηκε και λειτούργησε η αναιτιώδης σύμβαση δια του θεσμού της «συγγραφής» 3 . Στο βυζαντινορωμαικό δίκαιο, τώρα, η επίδραση του χριστιανικού πνεύματος, μέσω ης επιείκειας και της καλής πίστης συνετέλεσαν στην απάλειψη κατ' ουσίαν του επιβλαβούς για τον οφειλέτη αναιτιώδους χαρακτήρα της stipulatio. Επρόκειτο για τη μετεξέλιξη ή έστω αντίστοιχο θεσμό με αυτό της «συγγραφής». Λειτούργησε η stipulatio ως αναιτιώδης σύμβαση μέχρι την καθιέρωση του ιουστινιάνειου δικαίου, οπότε και λόγω καταχρήσεων στα δάνεια, επιβλήθηκε οριστικά στον ενάγοντα εκ της stipulation να μνημονεύει και να αποδεικνύει την αιτία. Η έγγραφη αναιτιώδης ομολογία επέζησε για να διαδοθεί στη Δύση με τη μορφή των πιστωτικών τίτλων που κατέστησαν πολύτιμα εργαλεία της εμπορικής συναλλαγής. Περί τον 19 ο αιώνα εμφανίστηκε στον νομικό κόσμο ένα πολύ βασικό ζήτημα το οποίο είναι γνωστό ως «το πρόβλημα των αφηρημένων δικαιοπραξιών». Ο γαλλικός Αστικός Κώδικας, αλλά και το αυστριακό 1 Βλ. ΑΠ 1279/2012, ΝΟΜΟΣ. 2 Συμβατικό μόρφωμα που αφορούσε μόνο τους ρωμαίους πολίτες, για τους οποίους η επίδειξη συνέπειας στην εκπλήρωση της υπόσχεσης σχετιζόταν με την αυστηρή αντίληψη τιμής των Ρωμαίων. 3 Έγγραφη σύμβαση, στην οποία κατά κανόνα δεν αναφερόταν ή ήταν νομικά αδιάφορη η αιτία του χρέους από τα συμβαλλόμενα μέρη, καταρτιζόταν μ ε την παρουσία μαρτύρων και μετά την πάροδο της προθεσμίας, εντός της οποίας ο υπόχρεος όφειλε να εκπληρώσει την παροχή του, ήταν άμεσα εκτελεστή, βλ. Φίλιο, Η αιτία στις ενοχικές συμβάσεις, σελ. 11 και 16. Αφηρημένη Αναγνώριση Χρέους 3 και το ιταλικό δίκαιο αγνοούν την αφηρημένη αναγνώριση χρέους 4 . Ο γερμανικός Αστικό Κώδικας είναι αυτός που αναγνώρισε καταρχήν τον αφηρημένο χαρακτήρα των εμπραγμάτων συμβάσεων 5 , ενώ αναγνωρίζει ως αιτιώδεις όλες τις υποσχετικές συμβάσεις. Οι γερμανοί επηρεάστηκαν από το ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο αναγνώριζε την έννοια της stipulatio, στην οποία διακρίνονται στοιχεία υπόσχεσης και εμπράγματης διάθεσης ταυτόχρονα. Δεν επιχειρήθηκε ποτέ, όμως, από αυτούς ο διαχωρισμός της υποσχετικής ενοχικής σύμβασης που προετοιμάζει τη μεταβίβαση και της διαθετικής που ολοκληρώνει την υποσχετική 6 . Το χωρισμό αυτό επιχείρησε το πρώτον ο γερμανός νομομαθής Karl. V. Savigny και πάνω σε αυτόν δημιούργησε την έννοια της αφηρημένης εμπράγματης σύμβασης. Σκοπός του ήταν η προώθηση της συμβατικής ελευθερίας των συναλλαγών, με το κύρος της εμπράγματης μεταβίβασης να είναι καταρχήν ανεξάρτητο από την υποσχετική. Το ελληνικό δίκαιο ταυτίστηκε πλήρως με τον γερμανικό Αστικό Κώδικα αναφορικά με τις υποσχετικές συμβάσεις, ενώ δεν αναγνώρισε το αφηρημένο σε όλες τις εμπράγματες συμβάσεις 7 . Ποιος ο λόγος, όμως, της εισαγωγής ενός μοντέλου αφηρημένων συμβάσεων; Πρακτικοί λόγοι, όπως η διευκόλυνση των συναλλαγών, θα έλεγε κανείς. Εφόσον τα μέρη επιθυμούν η αιτία να μην επηρεάζει το κύρος της σύμβασης, αυτό αρκεί για να μην αναδειχθεί η αιτία σε στοιχείο του κύρους της υπόσχεσης. Η απουσία, δε, της αιτίας διορθώνεται με την έγερση της ένστασης του αδικαιολόγητου πλουτισμού από τα μέρη (ΑΚ 904 επ.). Η αφηρημένη, λοιπόν, σύμβαση εξυπηρετεί την ανάγκη για ταχύτητα των συναλλαγών, η οποία είναι όλο και πιο επιτακτική. Με τις διατάξεις των άρθρων 873 -875 ο Αστικός Κώδικας αναγνωρίζει την ισχύ των συμβάσεων με τις οποίες αναγνωρίζεται ορισμένο χρέος ανεξάρτητα από την αιτία του. Πρόκειται για το τυπικότερο παράδειγμα αναιτιώδους δικαιοπραξίας που ρυθμίζεται από τον Αστικό Κώδικα διότι, σε αντίθεση με άλλες αναιτιώδεις συμβάσεις, όπου ο αφηρημένος χαρακτήρας αποτελεί πόρισμα ερμηνείας (έκταξη, εκχώρηση, αναδοχή χρέους κ.λ.π), στην προκειμένη περίπτωση δηλώνεται ρητώς από τον ίδιο το νομοθέτη στη διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ 8 . Σκοπός της εισαγωγής στον Αστικό Κώδικα της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους είναι η ταχύτητα και η 4 Για το ιταλικό δίκαιο ουσιαστικά οι αφηρημένες συμβάσεις συνιστούν μια ιδιαιτερότητα της γερμανικής νομικής σκέψης. 5 Με την έννοια πως το κύρος τους καταρχήν δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της αιτίας τους. 6 Με τον τρόπο αυτό, η πρώτη γίνεται αιτία της δεύτερης. 7 Χαρακτηριστική η διάταξη της ΑΚ 1033 σε αντιδιαστολή με την ΑΚ 1034. 8 Βρεττού Χ. σε Καράκωστα -Βαρελά, Αστικός Κώδικαςερμηνείασχόλιανομολογία, ειδικό ενοχικό, τόμος 6, Νομική Βιβλιοθήκη 2009, σελ. 644. Αφηρημένη Αναγνώριση Χρέους 4 ασφάλεια της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης του δανειστή, καθώς δεν είναι ανάγκη να εκθέσει στην αγωγή του ούτε να αποδείξει την αιτία της οφειλής 9 . Πριν τη θεσμοθέτηση των αφηρημένων συμβάσεων η κρατούσα γνώμη αναγνώριζε μεν ισχυρή την αναιτιώδη σύμβαση και συνεπώς θεωρούσε βάσιμη τη στηριζόμενη σε αυτήν αγωγή, αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητούσε την ύπαρξη ή το κύρος της αιτίας τότε επέβαλλε την απόδειξή της στον ενάγοντα 10 . Έτσι, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα ανωτέρω και με πρότυπο τον γερμανικό Αστικό Κώδικα, ο εισηγητής του ελληνικού Αστικού Κώδικα Κ. Τριανταφυλλόπουλος, συνέταξε τις διατάξεις των άρθρων 509 και 510 του προσχεδίου του Αστικού Κώδικα, στις οποίες αναγνωριζόταν το κύρος της αφηρημένης σύμβασης. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν και στο σχέδιο της συντακτικής επιτροπής με κάποιες τροποποιήσεις και τελικά περιλήφθηκαν στον ισχύοντα Αστικό Κώδικα στα άρθρα 873, 874, 875, όπως αυτά ισχύουν σήμερα. Κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί και η σημασία της διάκρισης στην οποία προβαίνει ο νομοθέτης μεταξύ αφηρημένης υπόσχεσης χρέους και αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Στη θεωρία κρατούσα είναι η άποψη ότι η διάκριση στερείται ουσιαστικής σημασίας και ότι η εν λόγω διάκριση γίνεται για να περιληφθούν στη ρύθμιση όλες οι συναλλακτικές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η ενοχή 11 . Ωστόσο, έχει διατυπωθεί και αντίθετη άποψη κατά την οποία η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία βασιζόμενη κατ' αρχήν στον ισχυρισμό ότι η αφηρημένη υπόσχεση δημιουργεί η ίδια το χρέος, ενώ η αφηρημένη αναγνώριση αφορά σε προϋφιστάμενο χρέος 12 . Ανάλυση των παραπάνω αντίθετων απόψεων θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Η παρούσα εισήγηση πραγματεύεται το ζήτημα της αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Ξεκινώντας από την έννοιά της, αναλύει τα βασικά της στοιχεία, συνεχίζοντας με τα αποτελέσματά της και τα ειδικότερα ζητήματα που προκύπτουν από αυτήν. Πρόκειται για έναν όρο που τον συναντάει κανείς πολύ συχνά στην Αφηρημένη Αναγνώριση Χρέους 5 καθημερινή πρακτική, πολλές φορές χωρίς τούτο να είναι εμφανές. Η χρησιμότητά της μεγάλη, γι' αυτό και θα πρέπει να γνωρίζει κανείς τα στοιχεία της, προκειμένου να την αναγνωρίζει και να την εφαρμόζει. Δεν θα μπορούσε να λείπει από το παρόν έργο μια ανάλυση της έννοιας της αιτίας, η οποία, πέραν της πολύ μεγάλης της σημασίας στο Αστικό Δίκαιο εν γένει, είναι αυτή που στηρίζει τη ίδια την αφηρημένη αναγνώριση χρέους και την διαχωρίζει από άλλες συναφείς έννοιες. Μέρος Πρώτο Εννοιολογικά χαρακτηριστικά και διάκριση από την αιτιώδη αναγνώριση χρέους Κεφάλαιο Πρώτο Η αιτία στο δίκαιο Όποιος αναλαμβάνει έναντι κάποιου άλλου την υποχρέωση ορισμένης παροχής, πράττει τούτο κατά κανόνα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συναλλαγής, από
doi:10.26257/heal.duth.8199 fatcat:urlgwjy2ibbh3bqlvy3xanyi7m